Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2008

Εικόνες της Κορίνθου


Το Club Hotel Casino Loutraki, είχε την ευγενή καλοσύνη να μου αποστείλει ένα λεύκωμα με τίτλο "Εικόνες της Ιστορίας και του Βίου της Κορινθίας - Χαρακτικά από τον 15ο έως τον 19ο αιώνα". Η πρωτοβουλία της εταιρίας είναι αξιόλογη και η συλλογή χαρακτικών αντιπροσωπευτική αλλά όχι πλήρης, όπως είναι φυσικό άλλωστε. Επικουρικά λοιπόν, αναρτώ σήμερα ένα χαρακτικό που σχεδίασε ο Clarkson Stanfield, βασισμένο σε ένα σχέδιο του W. Page και το οποίο χάραξε ο Edward Finden, αδελφός του επίσης γνωστού χαράκτη William Finden, το 1832.

buzz it!

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2008

Τον Καιρό Της Μεγάλης Στέγνιας


Διηγότανε την ιστορία ένας καλόγερος
ένας μισότρελος, ένας ονειροπόλος.

"Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας,
―σαράντα χρόνια αναβροχιά―
ρημάχτηκε όλο το νησί·
πέθαινε ο κόσμος και γεννιούνταν φίδια.
Μιλιούνια φίδια τούτο τ’ ακρωτήρι,
χοντρά σαν το ποδάρι ανθρώπου
και φαρμακερά.
Το μοναστήρι τ’ Αϊ-Νικόλα τό είχαν τότε
Αγιοβασιλείτες καλογέροι
κι ούτε μπορούσαν να δουλέψουν τα χωράφια
κι ούτε να βγάλουν τα κοπάδια στη βοσκή·
τους έσωσαν οι γάτες που αναθρέφαν.
Την κάθε αυγή χτυπούσε μια καμπάνα
και ξεκινούσαν τσούρμο για τη μάχη.
Όλη μέρα χτυπιούνταν ώς την ώρα
που σήμαιναν το βραδινό ταγίνι.
Απόδειπνα πάλι η καμπάνα
και βγαίναν για τον πόλεμο της νύχτας.
Ήτανε θαύμα να τις βλέπεις, λένε,
άλλη κουτσή, κι άλλη στραβή, την άλλη
χωρίς μύτη, χωρίς αυτί, προβιά κουρέλι.
Έτσι με τέσσερεις καμπάνες την ημέρα
πέρασαν μήνες, χρόνια, καιροί κι άλλοι καιροί.
Άγρια πεισματικές και πάντα λαβωμένες
ξολόθρεψαν τα φίδια μα στο τέλος
χαθήκανε· δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι.
Ωσάν καράβι καταποντισμένο
τίποτε δεν αφήσαν στον αφρό
μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα.
Γραμμή!

Τι να σου κάνουν οι ταλαίπωρες
παλεύοντας και πίνοντας μέρα και νύχτα
το αίμα το φαρμακερό των ερπετών.
Αιώνες φαρμάκι· γενιές φαρμάκι».

Απόσπασμα από το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη "Οι Γάτες τ' Αϊ-Νικόλα", γραμμένο καταμεσίς της δικτατορίας, το 1969.

Με ρωτάνε οι φίλοι, γιατί αραίωσαν τα γραπτά μου. Είναι απ'τη στέγνια. Και κάθε τόσο γυρεύω από κάπου να κρατηθώ. Και δε βρίσκω τίποτα πιό πολύτιμο από αυτές τις αρχαίες κολόνες. Που χρόνια τώρα, αιώνες, όχι μόνο αντέχουν το αίμα το φαρμακερό των ερπετών, αλλά προσφέρουν πηγή έμπνευσης σε όποιον μπορεί πραγματικά να τις αντικρύσει. Ένας από αυτούς είναι και ο αμερικανός αρχιτέκτονας Louis Kahn, που όπως μου υποδεικνύει ο καλός αναγνώστης stathis αυτού του ιστολογίου που μου έστειλε και τη φωτογραφία του πίνακα, είναι ένας από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες του προηγούμενου αιώνα με τεράστιο έργο στην Αμερική και την Ασία. Τον πίνακα σκαρίφησε στη διάρκεια ενός ταξιδιού του στην Κόρινθο, το 1951. Οι εμπνεύσεις του από τα αρχαία μνημεία, χαρακτήρισαν το έργο του στη συνέχεια. Έχω πάνω από 20 χρόνια που πηγαίνω και κοιτώ αυτές τις κολόνες και προσπαθώ να καταλάβω πώς καταφέρνουν και κρύβουν τον όγκο τους. Πώς γίνεται τόση σεμνότητα στις πέτρες!
Μετά αναγκάζομαι να επιστρέψω σε μια πόλη γεμάτη σκουπίδια. Κάποια από αυτά, κινούμενα με έπαρση. Μα όσο υπάρχουνε αυτά τα αγκωνάρια, θα ζούμε με την προσμονή του τέλους της ξηρασίας.

buzz it!

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2008

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2008

Η Τελική Λύση

«Δύο μέρες ακόμη να του κάνεις ενέσεις και βλέπουμε», είπε ο Χάρης, ο γιατρός του. Είναι τρεις μέρες που το σκυλάκι αποστρέφεται οποιαδήποτε τροφή. Δείχνει να διψά, αλλά όταν πλησιάσει το κύπελλο με το νερό σταματά και γυρίζει αλλού το κεφάλι. Τον έχει προδώσει και το στομάχι. Δέν μπορώ να του δώσω πιά, ούτε τα φάρμακα της καρδιάς. Έχει βαριά καρδιακή ανεπάρκεια και την τελευταία εβδομάδα προσπαθώ με ορούς και ενέσεις και ελάχιστο φαγητό (όταν το δεχόταν) να του κρατήσω σε λειτουργία το στομάχι για τη λήψη των φαρμάκων και να αποτρέψω το πνευμονικό οίδημα από τη συγκέντρωση υγρού στους πνεύμονες.
Δύο μέρες λοιπόν ακόμη, δύο άνθρωποι θα κρατάμε ακίνητο ένα αδυνατισμένο πλασματάκι, που έχει βάρος λιγότερο από έξι κιλά και θα του κάνουμε ενέσεις, σε ένα χιλιοτρυπημένο ποδαράκι, πιό ισχνό κι απ΄αυτό ενός κουνελιού.
« Χάρη, πες μου σε παρακαλώ, έχουν κάποιο νόημα αυτές οι δύο μέρες;»
« Θέλεις την αλήθεια;»
«Φυσικά ναι»
«Απολύτως κανένα. Απλά ήθελα στις 2 αυτές ημέρες να συνηθίσεις στην ιδέα»
«Χάρη αύριο;»
«Αύριο»
Τό θερμόμετρο δείχνει 46,7 βαθμούς. Ο καύσωνας κάνει πανελλήνιο ρεκόρ στην περιοχή 23.07.07. Αέρας σαν από φούρνο, μπαίνει από τα ανοιχτά παράθυρα του αυτοκινήτου. Δεν μου χρειάζεται το κλιματιστικό, ούτε με νοιάζει να κλείσω τα παράθυρα.
Σταμάτησα μπροστά στο περιβόλι με τις πορτοκαλιές. Από μέρες έχω ζητήσει τη σχετική άδεια, για την τελευταία πράξη. Από εκεί τηλεφώνησα στο γιατρό.
«Χάρη, το απόγευμα θα είσαι εκεί;»
«Από τις 6 έως τις 9»
«Θα έρθω»
«Έλα»

Έφτασα στο σπίτι. Ήταν 12:30 περίπου. Άνοιξα την πόρτα. Με αργά βήματα ήρθε να με υποδεχτεί. Δεν είχε δυνάμεις. Άλλοτε χοροπηδούσε μέχρι το πόμολο της πόρτας, μέχρι να τον σηκώσω στην αγκαλιά μου. Κάθισα στο καναπέ. Κάθισε κι αυτός απέναντι μου και με κοιτούσε.
«Γιατί θέλεις να φύγεις ρε σκυλάκι, γιατί; δεν περνάμε καλά οι δυό μας;»
Τον ρωτούσα και δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια μου. Με κοιτούσε έκπληκτος. Πλησίασε κι ακούμπησε το κεφάλι του στο γόνατο μου. Ήθελε να με παρηγορήσει. Συνήθιζε να το κάνει όταν με έβλεπε στεναχωρημένο.
«Χάρη, μέχρι ποιά ώρα θα είσαι στο ιατρείο;»
«Έως τις δύο»
«Έρχομαι»

Μάζεψα τα πιάτα με τα φαγητά, που ούτε είχε πλησιάσει. Άδειασα και το κύπελλο με το νερό στη γλάστρα με το σπαθίφυλλο. Τα έβαλα όλα σε μια πλαστική σακούλα. Δεν τα χρειάζονταν πια. Μάζεψα και τα φάρμακα να τα δώσω στο γιατρό. Κάπου θα ήταν χρήσιμα. Τέλος του έβγαλα το λουρί της πλάτης, ξεκρέμασα και το μακρύ λουρί από την κρεμάστρα και μαζί με τα παιχνίδια του, τα φύλαξα ψηλά σ΄ένα ράφι.
«πάμε βόλτα», του είπα.
Έδειξε να χαίρεται στη μαγική λέξη 'βόλτα'
Τον πήρα αγκαλιά, κρατώντας και ένα μικρό σεντόνι και μπήκαμε στο αυτοκίνητο.
Βρήκα θέση ακριβώς απέναντι από το ιατρείο. Ο γιατρός μας περίμενε. Τον έβαλα να καθίσει στο ψηλό μεταλλικό τραπέζι που άλλοτε έκανε τα εμβόλια και η γυναίκα του γιατρού – κτηνίατρος κι εκείνη – τον κούρευε για να τον κάνει ‘όμορφο’, όπως έλεγε.
Ο γιατρός έπιασε το αριστερό μπροστινό του πόδι και έψαξε για φλέβα. Έτριψε το σημείο με ένα μπαμπάκι με οινόπνευμα και έβαλε τη βελόνα με το λαστιχένιο σωλήνα.
«Το οινόπνευμα τί χρειάζεται Χάρη; μήπως μολυνθεί και πεθάνει;» χαμογέλασα πικρά.
«Από συνήθεια», μου απάντησε.
Τον κρατούσα και του χάιδευα το κεφάλι. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα επάνω μου. Ζητούσε προστασία.
«Χάρη σε πόση ώρα;»
«Σχεδόν αμέσως»
Στην άκρη του σωλήνα έβαλε τη σύριγγα, μ΄ ένα καφέ υγρό και πίεσε το έμβολο.
Εγώ του χάιδεψα το κεφάλι κι αυτός με κοιτούσε.
«Χάρη με βλέπει;»
«Όχι, έφυγε» μου απάντησε.
Εγώ του χάιδευα το κεφάλι, κι αυτός με καρφωμένα μάτια, με «κοιτούσε»...

Τον τύλιξα στο μικρό σεντόνι και έβγαλα το πορτοφόλι να πληρώσω. Ο Χάρης με χτύπησε φιλικά στη πλάτη.
«Δεν χρωστάς τίποτα» μου είπε.
Τον ακούμπησα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Αυτή ήταν η θέση του. Για πρώτη φορά δεν χοροπηδούσε και δεν γαύγιζε τους περαστικούς.

Στην πίσω άκρη του περιβολιού με τις πορτοκαλιές, το έδαφος δεν ποτίζονταν και ήταν σκληρό. Με κόπο άνοιξα ένα μικρό λάκκο. Τον έφερα από το αυτοκίνητο, κρατώντας τον στοργικά στην αγκαλιά μου. Ήταν ελαφρύς. Πολύ ελαφρύς. Τον σκέπασα με το χώμα, το ίσιωσα, και έβαλα επάνω λίγα ξερά κλαράκια που υπήρχαν εκεί γύρω. Έφτασα με αργά βήματα, που έσερναν το σώμα, αλλά και τη ψυχή μου, στο ξέφωτο στην αρχή του περιβολιού που περίμενε το αυτοκίνητο. Ο ήλιος έκαιγε ανελέητα. Έπιασα το χερούλι της πόρτας που ζεματούσε και την άνοιξα. Κοντοστάθηκα. Κοίταξα πίσω. Δεν ερχόταν κανείς...

Μιά βαθιά λύπη λιώνει τη ψυχή μου. Κανείς άλλος εκτός από μένα δεν δάκρυσε γι΄αυτό το σκυλάκι. Είναι άραγε έπαρση, παραλογισμός, ματαιοδοξία ή μοναξιά; Απέραντη μοναξιά, ανάμεσα στον κόσμο...

-------------------------------------------------------------------------------------------------
Το κείμενο αυτό μου εμπιστεύτηκε ένας γνωστός μου που επιθυμεί να μείνει ανώνυμος. Αλλά τα αισθήματα δεν εξαρτώνται από τα ονόματα. Και πόσο διαφορετικό είναι αυτό το κείμενο από την αθλιότητα που βαραίνει τις τελευταίες μέρες την πόλη μας!

buzz it!

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2008

Εύγε κύριε Κωνσταντογιάννη!

Στο τελευταίο δημοτικό συμβούλιο, ο δήμαρχος, εξέφρασε την άποψη ότι στις εκδηλώσεις πρέπει να παίρνουν το λόγο μόνο πρόσωπα με θεσμική ιδιότητα. Αν εξετάσει κανείς αυτή την άποψη ως προς το τυπικό της μέρος, έχει δίκιο. Επί της ουσίας, του απάντησε, πολύ εύστοχα κατά τη γνώμη μου, ο δημοτικός σύμβουλος της ελάσσονος μειοψηφίας κύριος Κωνσταντογιάννης, πως "εμείς φτιάχνουμε τους θεσμούς".
Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα, 6 μόλις δευτερολέπτων, για να προσδώσω έμφαση στα λεγόμενα του:







buzz it!